Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

το τανγκο της απληστιας



κυλαγε ο χρονος σε εναν σταματημενο ρυθμο


η ησυχια στους δρομους, πρωτογνωρη
ενας κρυος χειμωνας νωριτερα απο το κανονικο


οι ανθρωποι περπαταγαν πισογυριζοντας

κοιτωντας μπροστα

περιμενοντας την αρχη

μιας εποχης που ειχε φυγει

κανεις δεν κοιμοταν πια καλα το βραδυ

ενω

ακουγε ενα νανουρισμα το πρωι


για να αντεξεις την μικρη ημερα μπροστα

ποσες φορες ειχες σκεφτει

οτι

το σπιτι θα ηταν ζεστο και γεματο απλετο φως

ποσες φορες ειχες ακουσει φωνες απο τον φωταγωγο

ποσες φορες ειχες ευχηθει να εμενες σε ενα νησι

ποσες φορες δεν ειχες ακουσει τη φωνη σου_



τοσες που οι αναμνησεις σου ειχαν γινει ξεκαθαρες

και ειχες πια ολες τις απαντησεις

και τι θα αλλαζε

σκεφτηκες _


τιποτα

ή

και ολα


σκεφτηκες_


και

πως εφτασαν οι αλλοι να χαθουν και να χασουν


πως σαπισε η πολη

πως εζησαν εκεινοι_


σκεφτηκες
πως
τελικα
τα τραπουλοχαρτα
ειχαν δυο χρωματα
και το τριτο
ελειπε


εκεινο που ενωνει_

και ετσι
χωρισαν
οι χωρισμενοι
ανθρωποι
σε ταξεις
παλεψαν
τον εαυτο τους
απο πριν και μετα
και εμειναν
εκει
να
ακουν

τον ηχο της ερημου
που
καθε λεπτο πριν
εφερνε
ψιθυριζοντας
ενα λεπτο

μετα

και ο χειμωνας


ελεγαν

αυτος ο χειμωνας

θα ειναι βαρυς

αυτος ο χειμωνας

δεν θα ειναι σαν
τους αλλους


αυτος ο χειμωνας

θα εφερνε την ανοιξη
ετσι μας ειχαν υποσχεθει