Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

η σκληρη εποχη της αθωοτητας



ειμασταν παιδια. ολοι μας.

ηταν διαφορετικος. ενα κοριτσι σε σωμα αγοριου.

ηταν πανεμορφος. με ξανθα μαλλια. και δυο τεραστια γαλαζια ματια σαν δυο σταγονες βροχης...ομορφος σαν αγγελος.

ετρεχε στο προαυλιο και τα μαλλια του ανεμιζαν. γελουσε δυνατα με την καρδια του. ενα παιδι που πασχιζε να βρει τον εαυτο του απο εκεινη την σκληρη εποχη της αθωοτητας.

μονο που ηταν τοσο μονος. και κανεις δεν τον πλησιαζε.

τα αγορια τον κοροιδευαν. πολυ.

ηταν και αυτος αγορι ομως. ηθελε να κανει παρεα μαζι τους.
ομως συχνα ενιωθε και ερωτευμενος.
οπως και εμεις τα κοριτσια, με αυτους.


δεν ηξερε με ποιους να ειναι. ενα κοριτσι σε σωμα αγοριου.


και κανεις δεν τον πλησιαζε. και ολο και απομακρυνομασταν. και τοσο τον κοροιδευαν.



μεχρι που μια μερα ηρθε ο μπαμπας του.

ανοιξε την πορτα και μπηκε στην ταξη. ο δασκαλος, εμεις, ο λευτερης*.


σιωπη.

ειπε, ειπε, ειπε...μεχρι που ειπε "ο λευτερης* ειναι απλως διαφορετικος"


παρακαλουσε τις τοσο τρυφερες και συναμα σκληρες ψυχες μας να δειξουν ελεος.


ομως η κινηση αυτη ηταν σκληροτερη και απο τη χειροτερη τιμωρια.



ο λυγμος στη φωνη του μπαμπα.

το τελος της αξιοπρεπειας του λευτερη*.


κοιταζα απο το τελευταιο θρανιο. μεσα απο τα παιδικα μου ματια μετραγα τον χρονο μεσα μου για το ποτε θα τελειωσει αυτο το μαρτυριο.

ηθελα για πρωτη φορα να παρω τον λευτερη* αγκαλια. και αυτη η αγκαλια να γινει προστασια και για αυτον κ για μενα...και ετσι να εξαφανιστει η στιγμη εκεινη για παντα...


την καινουργια σχολικη χρονια, ο λευτερης* ειχε αλλαξει σχολειο.
δεν τον ξαναειδα.
ετσι, εσβησε η αναμνηση μεσα στην ταχυτητα της νιοτης.




μερικα βραδυα πριν,

ακολουθωντας τη μαγεια της νυχτας
βρεθηκα σε ενα μερος με πολλους μοναχικους ανθρωπους.


επιασα κουβεντα με εναν ξανθο, με γαλαζια ματια. πανεμορφο αγγελο.

μιλησαμε για πολλα, για μικρα και μεγαλα. γελασαμε.

τον λεγαν λευτερη*
ανταλλαξαμε τηλεφωνα.
για δουλεια.
αγκαλιαστηκαμε. σφιχτα. σαν αδελφια.
και χαιρετηθηκαμε.
ενα κοριτσι σε σωμα αγοριου.



ξυπνησα με μια ταχυπαλμια. ιδρωμενη.
τον πηρα τηλεφωνο.

μολις το σηκωσε, τον ρωτησα. ηταν αυτος?

γιατι ρωτας? μου απαντησε με παγωμενη φωνη.


σαστισμενη, εχοντας ολη την αληθεια στο στομα, δεν μπορουσα να βαλω τις λεξεις σε μια σειρα.

....

ηταν η στιγμη της αποκαλυψης.


του ειπα την ιστορια με μισολογα.
πηγα πισω στο χρονο και ξεκλειδωσα εκεινες τις θαμμενες στιγμες. ημουν παλι 12 ετων.

μεσα σε εκεινη την ζεστη ταξη. ηταν καλοκαιρι, θυμηθηκα.

του ειπα ποσο δυσκολη στιγμη ηταν για ολους μας. και για εκεινον τον πατερα. που νομιζε οτι εκανε το σωστο. αλλα εκανε το λαθος.

τα ειχα χαμμενα.


σιωπη.



ξεροβηξε.

οχι, δεν ειμαι αυτος ειπε.



σιωπη.


και η αξιοπρεπεια, αποκατασταθηκε.



αλλαξαμε κουβεντα.
μιλησαμε.

να ανακτησουμε τον χαμενο χρονο. οσα δεν ειπαμε παιδια.
με κουβεντες μεγαλων.



κλεισαμε το τηλεφωνο ωρες μετα.


και οι δυο γνωριζαμε την αληθεια.

κατι ειχε αλλαξει μεσα μας για παντα/


τοτε. και τωρα.




Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

καποιος μαγειρευει πατατες στο φουρνο.





απογευμα.         προς βραδυ. 

ζεστη. απο καπου ακουνε κατι μουσικες. καποιος αλλος παιζει ενα κομματι στο πιανο. 
μιλανε στο ψιλικατζιδικο. μια πορτα κλεινει. ο αντωνης μαλωνει με καποιον. η κυρια χριστινα ποτιζει τα λουλουδια. καποιος μαγειρευει πατατες στο φουρνο. 


οι ηχοι απομακρυνονται.  



βουλιαζω.


ενα ξυπνητηρι χτυπα. 



ξε-βουλιαζω. 
το ξυπνητηρι μου ειναι στο οφφ. 


         ποσοι εχουν αγορασει το ιδιο ΙΚΕΑ ξυπνητηρι?

νιωθω ασφαλεια. σαν η γειτονια με τους αγνωστους να ειναι μια μεγαλη οικογενεια. και ολα αυτα γιατι αυτο το ξυπνητηρι ειναι το ιδιο με το δικο μου. 

αντι να ξυπνησω, αποκοιμιεμαι. 

δεν ειναι το δικο μου ξυπνητηρι. 

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

το τσιμπιδακι



την ειδα να ερχετε απο την αντιθετη κατευθυνση. 


λεπτη. περιποιημενη. κρατωντας μια σακουλα. περασε απο διπλα μου. κομψη. 
αλλα τοσο βρωμικη. ζει στο δρομο? 

ειχα να την δω απο κατι παγωμενα ξημερωματα... 

                              σε ενα παγκακι, ειχε γυρει πανω  στο κορμι της και κοιμοταν. Τοσο που νομισα πως ηταν νεκρη. 

                Πηγα κοντα. Η σταση του κορμιου της, αφυσικη. Κοντοσταθηκα. Το σκυλι τοσο ανησυχο που δεν ανεπνεε σχεδον. 

             Καλεσα το ασθενοφορο. 

Τα λεπτα περνουσαν. Ακουνιτη. Εμεις περιμεναμε. Μαζευτηκε κοσμος. Καποιος πηγε κ την σκουντηξε. 

Ξυπνησε. Ηρθε και το ασθενοφορο. Αρχισε να γαυγιζει το σκυλι με μανια. Απο ολο το πληθος, 


κοιταξε εμενα. εντονα. 

Γιατι φωναζει αυτο, μου ειπε με φωνη τετοια, που δεν ταιριαζε σε κλοσαρ ανθρωπο που μενει στο δρομο...Σαστισα. Ντραπηκα. 

Φοβηθηκα οτι κατι επαθες, της ειπα.


χτες, την ειδα να ερχετε απο την αντιθετη κατευθυνση. λεπτη. περιποιημενη. 

κρατωντας μια σακουλα. περασε απο διπλα μου.       κομψη. αλλα τοσο βρωμικη.                       
                       
                        ζει στο δρομο

Δεν με γνωρισε. Το βλεμμα της απυθμενο. δεν ξερει ποια ειμαι.




Αργοτερα, 

την ειδα να καθεται σε ενα παγκακι. Καπνιζε ενα τσιγαρο στριφτο. Περασα απο μπροστα της. Ηθελα να καθησω διπλα της. 



                                                   μανα τι κανεις? τι σκεφτεσαι? τι εχεις? τι επαθες? πως ηταν η ζωη σου? ποιος σε πληγωσε? 
  

  Αγαπησες? σε αγαπησαν?

                Ησουν ομορφη στα νιατα σου...Ακομα εισαι...

 
                          Οπως οφειλει ο πιστος στον αγραφο
 κωδικα της πολης με τα πολλα φωτα.

Προσπερασα.



 Κανοντας την καρδια μου πετρα.           Τοσο που πονεσα.

Φορουσε ενα τσιμπιδακι στα μαλλια. Με χαρη. Την επομενη φορα θα της μιλησω. 

Αν υπαρχει επομενη φορα. 

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

εγκληματιας γουρουνι δολοφονος

ενας ιπποτης της ασφαλτου με πινακιδα ΝΖΑ-8502 'Η ΝΖΑ-8205 ή με οποιοδηποτε αλλο νουμερο, 

μιας και τετοια νουμερα υπαρχουν πολλα...περασε με ΚΑΘΑΡΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, την ωρα που εμεις, πεζοι ειχαμε ΚΑΘΑΡΟ ΠΡΑΣΙΝΟ... 

ανενοχλητος, απαθης και ναρκισσος


Φωναξα με ολη μου την ψυχη " ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ "

Κανενας απο τους υπολοιπους πεζους,  οχι μονο δεν εξαγριωθηκε μαζι με εμενα, 

δεν γυρισε ουτε καν το κεφαλι του να δει ποιος εβγαλε τουτη την κραυγη. 



Αντι να απογοητευτω, 


-κοιτωντας την σκηνη εξω απο τον εαυτο μου- ενιωσα περηφανη που τουλαχιστον ενας

εβαλε μια φωνη. Ειναι μια καποια αρχη και αυτο.



Τουλαχιστον καποιοι δεν κοιμουνται 
ορθιοι

πηρα το 100 και τον εδωσα στεγνα.



Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ενας Μεγαλος Κοσμος_ ΣτΕρΕοΝοΒα

Ήταν μια νύχτα παράξενη στο μικρό υπόγειο
ένα τρένο στο βορρά, ένα τρένο στο νότο
ο φίλος μου σκεφτόταν το ρητό
πως ο σκύλος είναι ο μόνος φίλος τού ανθρώπου
κοιτάξαμε δεξιά και μετά αριστερά
κι είδαμε κάποιον να κοιμάται στα σκαλιά
ήταν ο ίδιος που μετά μας ζητούσε χρήματα
και χαμογελούσε χαμένος στα μισά του τίποτα
πώς μια ζωή μπορεί να χαθεί ξαφνικά
όταν ο ήλιος χαράξει, έρχεται η σκοτεινιά
κι είναι μόνο τότε που μια γύφτισσα μπορεί
να διαβάσει το χέρι σου και μετά να χαθεί
σ' εκείνα τα σπίτια που κυλάνε με τροχούς
εδώ κι εκεί, σ' ένα κόσμο από ελεεινούς

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
και κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Ο φίλος μου κι εγώ διασχίζαμε προάστια
η διαδρομή μεγάλωνε, το μυαλό μου καιγότανε
σε μια στάση κάποιος μπήκε και ζητούσε χρήματα
έξω απ' το παράθυρο το φεγγάρι κρεμόταν στα σύρματα
καθενός το στόμα πάντα ψάχνει για τις λέξεις
κι εσύ σκέφτεσαι από μέσα σου πως θέλεις να τρέξεις
σαν εκείνο το κογιότ που πιτσιρίκι έβλεπες
σε κανένα δεν είπες πως την αγάπησες
όπως κανένα δεν ενδιέφερε πώς εσύ μεγάλωσες
πώς πριν από μια προσευχή με το θεό μάλωσες
κι αν δεν είχες ένα φίλο, τότε θα είχες ένα σκύλο
ή ένα τοίχο να μιλάς, ή του δρόμου το στύλο
και κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία ενός ανθρώπου
που ζητούσε αγάπη στο τέλος του δρόμου
και κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ

<3

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

ο κυνισμος και εγω. εγω και ο κυνισμος

εστριψα για Καλλιροης. 

Μια γατα ισως νεκρη, πανω στην στροφη, βγαινοντας απο Συγγρου. Ολολευκη, ομορφη, καθαρη... ξαπλωμενη σαν σε υπνο... 

Εκοψα το τιμονι. λιγο. δεξια. Να μην ειμαι η πρωτη που θα την πατησω. "Οχι ρε γαμωτο" ειπα...

Κι αν η γατα ειναι ακομα ζωντανη? Γιατι δεν σταματησα? Προλαβαινω να σταματησω τωρα? Τετοια ωρα υπαρχει/ θα ερθει καποιος γιατρος? Θα καταλαβω αν η γατα ειναι ακομα ζωντανη? Πως Θα σταματησω πανω στην στροφη? και αν σταματησω και με χτυπησει καποιος και εμενα? Και αν η γατα ειναι ζωντανη? και αν η γατα ειναι ζωντανη? και αν η γατα ειναι ζωντανη?

Προσπερασα. 

Απο κεινη την ωρα, σκεφτομαι, νιωθοντας...αν ημουν εγω ξαπλωμενη σε μια ασφαλτο, και δεν σταματαγε κανεις, να δει καν αν ειμαι ζωντανη...


...


Πως μπορεσα και το εκανα αυτο











Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Τον κοιταξε οπως θα κοιταζε ενα πατημενο σκατο

δεν θελω να ξυπνησω. 
μαλλον, για να το πω καλυτερα, δεν θελω να βγω εξω, στο χαος της αθηνας. περιμενω, κατω απο το παπλωμα να κοπασει ο χαμος. κανω υπομονη. πιεζω τον εαυτο μου να κοιμηθει και αλλο. "εξω ειναι πολυ ασχημα" σκεφτομαι. 

ζω στο κεντρο της πολης. ναι, αυτη η φαβελα εχει κεντρο. το κεντρο της ειναι οσο περιπου και η φαβελα. αλλα αυτο ειναι μια αλλη συζητηση. Θα γινει και αυτη. 

Με το που ξυπνησω λοιπον, πρεπει να βγαλω τον σκυλο βολτα. εκει αρχιζει ο γολγοθας μου. στο παρκακι. ειμαι η μονη -εστω, αλλοι 4 και εγω- που μαζεουμε τα σκατα των σκυλων μας. καθε μερα. απο δυο φορες. 'Η απο οσες φορες χρειαστει. Σε καθε τσεπη, τσαντα, μπουφαν, βρισκω πλαστικα διαφανα σακουλακια για τα σαντουιτς. με αυτα μαζευω τα κακα της τιτης. δεν εχω κανει καμια ιδιαιτερη προσπαθεια ωστε να τα βρισκω στις τσεπες μου. Εχω τοσα, που πολλες φορες, μαζευω και κακα αλλων σκυλιων. Άλλα εχουν χεσει νωριτερα. Το ξερω γιατι τα κακα τους ειναι παγωμενα. Άλλα ειναι ζεστα, δηλαδη φρεσκα. Πολλες φορες, αν ταιζεις το σκυλι με το ο,τι βρεις, δηλαδη αποφαγια γκουντι΄ς δικα σου, ή καμια πιτσα και τετοια, το σκυλι κανει διαρροια. Εκτος απο λεχριτης, εισαι και ασχετος...  Μαζευω και αυτα, λοιπον. Αλλες φορες, τις περισσοτερες, τα παταω. Βλεπεις, κοιταζω παντα με προσοχη. Περπατω μεσα στο γρασιδι κανοντας scan για να αποφυγω τα περιτωματα. Πολλες φορες ομως, αυτη η τεχνικη δεν ειναι αρκετη. Το σκατο με προλαβαινει. Για τον απλουστατο λογο, οτι το σκατο ειναι πολυ. Δηλαδη, οι περισσοτεροι, δηλαδη σχεδον ολοι, δεν μαζεουν τα σκατα των σκυλων τους. Οχι, δεν θα σας κανω την χαρη να πω "περιτωματα", το ειπα μια, αρκει...αλλωστε εσεις νεοελληνες με κανετε να λεω "σκατα". Σε μια κοινωνια, που κανεις δεν μαζευει τις κουραδες των σκυλων τους ειναι απολυτη υποκρισια να μιλαμε για "περιτωματα". Κουραδες και σκατα, λοιπον.

Γυριζω σπιτι. 

Πλενω τα ποδια της τιτης. Και η τιτη εχει πατησει σκατα, καποιου αλλου σκυλιου φυσικα. Η τιτη δεν παταει ποτε τα δικα της. Ουτε κανενα αλλο σκυλι της τιτης, μιας και εμεις, οπως ειπαμε, τα μαζευουμε. 

Μετα πλενω το ενα μπιρκενστοκ. Μιση κουραδα πατημενη. "Φτου σου ρε γαμωτη", λεω. "μα δεν το ειδα το σκατο?". Το πλενω μεσα στη μπανιερα. Πλενοντας το μπιρκενστοκ, κολλαει το σκατο στο χερι μου. Μου ρχετε εμετος. Τα καταφερνω και δεν ξερναω μεσα στη μπανιερα, αλλα και πουθενα αλλου. Χαιρομαι, στιγμιαια. Με το -ολο- κατορθωμα μου...Πλενω αμεσως και την μπανιερα καθεαυτη.  αργω. στραβωνω. βριζω. "αρχισε ο αγωνας και σημερα" φωναζω. Στον εαυτο μου. "Μαλακες" λεω, "βρωμιαρηδες"...

Οπως καταλαβατε, καθε μερα, κανω μια ευχη. Την ιδια. Και μοναδικη. Να προλαβω να ζησω σε μια ομορφη αθηνα. σε μια ελληνικη κοινωνια. "Τι ειναι κοινωνια, μαμα?" 

Την φανταζομαι κοκετα, και λιωνω... εσεις μπορει να γελατε. Ισως και να ειμαι υπεραισιοδοξη.

"There is no alternative", ομως. δεν μου εχει απομεινει κατι αλλο, περαν τουτης της ευχης. Και του να μαζευω τα σκατα, στωικα. 

Ευχαριστω

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

EKEI- που θα ηθελα να ζω 15.09.08

Πόσο μαράζωσα σήμερα που πήγα σε αυτή τη θάλασσα. εκεί στη στροφή, στα Λιμανάκια, ναι, εκεί που γίνονται οι "κόντρες¨...ναι, εκεί...

Το λοιπόν...

Εκεί έχει μια καντίνα και καλά "ωραία φάση", μια παράγκα, με μουσικές, μπύρες, δύτες, ζευγάρια, μπακουροπαρέες, κάτι τύπους με ωραία κορμιά, τα αυτοκίνητα να τρέχουν απο πάνω, ένα ψάρι να κολυμπά κοντά στα βράχια, έναν αναπτήρα να επιπλέει, πρός στιγμήν νομίζαμε πως είναι ταμπόν γιατί ο αναπτήρας είχε χρώμα κόκκινο, ένα φουσκωτό έφυγε, ένα άλλο ήρθε, λίγο περισσότερο βενζίνη στα νερά, διεθνείς λουόμενους, άκουσα πέρσικα μεταξύ άλλων, "ενδιαφέρον" σκέφτηκα...

Κοίτα3α δε3ιά, αριστερά, ψάχναμε ένα μέρος να αράξουμε τα πόδια μας, τα παρεό μας, ψάχναμε τον ήλιο...πού θα μας μαυρίσει καλύτερα....περπατήσαμε στα βράχια, ανάμεσα στα πλήθη που τόσο νωχελικά σαν χταπόδια χτυπημένα, ρέμβαζαν προς έναν αδιόρατο ορίζοντα. Είχε και υγρασία, βλέπεις...

Κινήσαμε προς το σημείο που σταμπάραμε για καλύτερο και με ένα πρόχειρο σκανάρισμα μα καθόλου υπερβολικό καταγράψαμε, άθελα μας, μιας και αλλιώς δεν γινόταν τα εξής απολεσθέντα προσωπικά αντικείμενα. 2.048 γόπες τσιγάρων τελευταίας κοπής, 4.789 γόπες τσιγάρων σε αρχική αποσύνθεση -μιας και το καταραμένο πέρνει 400 χρόνια για να φαγωθεί απο τη μάνα γή, πόσο μάλλον να χωνευθεί- μπουκάλια πλαστικά, μεγάλα και μικρά τον αριθμό 890, όλων των γνωστών βιομηχανιών παραγωγής και εκμετάλλευσης νερού, παλιά, καινούργια, άδεια, μισογέματα, γεμάτα, ένα που μαζέψαμε μύριζε σκατά, γιατί μεταξύ άλλων ύπηρχαν και κωλόχαρτα πεταμένα...ποτήρια πλαστικά με φραπέδες, χωμένα στις χαραμάδες της πέτρας, ένα πανί, χαρτιά, χαρτάκια, ετικέτες, κάτι αμίτες, πλαστικά μπουκαλάκια κοκακόλας, κουτάκι προφυλακτικών, πακέτα άδεια τσιγάρων όλων των ειδών, σακουλάκια έβερεστ, γρηγόρης, κάτι άλλα άσχετα φαγάδικα, κάτι άλλα άσχετα σκουπίδια που πλέον δεν καταλαβαίνεις τι είναι γιατί δεν αντέχεις άλλο αυτό που βλέπεις, κρύος ιδρώτας σε λούζει γιατί θες να σηκωθείς και να αρχίσεις να κλαίς γοερά και να βρίσεις, να ρίξεις μερικά χαστούκια...πράγμα που σε κάνει κάπως να ντρέπεσαι για το οτι νιώθεις οπως νιώθεις...

'Εχω αρχίσει να παθαίνω ναυτία, βρωμάει..."μάλλον έχω τριπάρει" λέω στον εαυτό μου, "μήπως τόσα χρόνια -γιατί αυτά τα σκουπίδια τα θυμάμαι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έτη 34 δηλαδή- έχω κάτι? είμαι μήπως περίεργη ή ακόμα και άρρωστη"?

'Εξαφνα, ΣΟΚΑΡΟΜΑΙ, είναι το τελειωτικό μου, όταν διαπιστώνω, σαν αποκάλυψη, οτι μέσα στην χωματέρη, αμέριμνοι και μάλλον τυφλοί, καθώς και εκούσια αποσυντονίσμενοι με αυτό που ονομάζετε ζωή, κάθονται οι άπαντες, και απολαμβάνουν την εκπληκτικά "πανέμορφη" Κυριακή, μέσα στους τόνους της δικής τους σκουπιδαρίας που κανένας δεν τους εξανάγκασε να ζούν.

Ως δια μαγείας, οι άπαντες αποκτούν όραση, όταν αποσβολλωμένοι παρακολουθούν τον Με3ικάνο φίλο μου και εμένα, να μαζεύουμε με λύσσα ό,τι χωράει μέσα σε τρείς σακούλες του μανάβικου...

Λυπήθηκα που φεύγοντας δεν έφτυσα πίσω μου.

'Ελληνα σε μισώ πια, και δεν ντρέπομαι να στο πώ.

Υ.Γ. Συγχωρέστε με για τυχόν λάθη. Είναι απο την ταραχή.