Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

ο κυνισμος και εγω. εγω και ο κυνισμος

εστριψα για Καλλιροης. 

Μια γατα ισως νεκρη, πανω στην στροφη, βγαινοντας απο Συγγρου. Ολολευκη, ομορφη, καθαρη... ξαπλωμενη σαν σε υπνο... 

Εκοψα το τιμονι. λιγο. δεξια. Να μην ειμαι η πρωτη που θα την πατησω. "Οχι ρε γαμωτο" ειπα...

Κι αν η γατα ειναι ακομα ζωντανη? Γιατι δεν σταματησα? Προλαβαινω να σταματησω τωρα? Τετοια ωρα υπαρχει/ θα ερθει καποιος γιατρος? Θα καταλαβω αν η γατα ειναι ακομα ζωντανη? Πως Θα σταματησω πανω στην στροφη? και αν σταματησω και με χτυπησει καποιος και εμενα? Και αν η γατα ειναι ζωντανη? και αν η γατα ειναι ζωντανη? και αν η γατα ειναι ζωντανη?

Προσπερασα. 

Απο κεινη την ωρα, σκεφτομαι, νιωθοντας...αν ημουν εγω ξαπλωμενη σε μια ασφαλτο, και δεν σταματαγε κανεις, να δει καν αν ειμαι ζωντανη...


...


Πως μπορεσα και το εκανα αυτο











Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Τον κοιταξε οπως θα κοιταζε ενα πατημενο σκατο

δεν θελω να ξυπνησω. 
μαλλον, για να το πω καλυτερα, δεν θελω να βγω εξω, στο χαος της αθηνας. περιμενω, κατω απο το παπλωμα να κοπασει ο χαμος. κανω υπομονη. πιεζω τον εαυτο μου να κοιμηθει και αλλο. "εξω ειναι πολυ ασχημα" σκεφτομαι. 

ζω στο κεντρο της πολης. ναι, αυτη η φαβελα εχει κεντρο. το κεντρο της ειναι οσο περιπου και η φαβελα. αλλα αυτο ειναι μια αλλη συζητηση. Θα γινει και αυτη. 

Με το που ξυπνησω λοιπον, πρεπει να βγαλω τον σκυλο βολτα. εκει αρχιζει ο γολγοθας μου. στο παρκακι. ειμαι η μονη -εστω, αλλοι 4 και εγω- που μαζεουμε τα σκατα των σκυλων μας. καθε μερα. απο δυο φορες. 'Η απο οσες φορες χρειαστει. Σε καθε τσεπη, τσαντα, μπουφαν, βρισκω πλαστικα διαφανα σακουλακια για τα σαντουιτς. με αυτα μαζευω τα κακα της τιτης. δεν εχω κανει καμια ιδιαιτερη προσπαθεια ωστε να τα βρισκω στις τσεπες μου. Εχω τοσα, που πολλες φορες, μαζευω και κακα αλλων σκυλιων. Άλλα εχουν χεσει νωριτερα. Το ξερω γιατι τα κακα τους ειναι παγωμενα. Άλλα ειναι ζεστα, δηλαδη φρεσκα. Πολλες φορες, αν ταιζεις το σκυλι με το ο,τι βρεις, δηλαδη αποφαγια γκουντι΄ς δικα σου, ή καμια πιτσα και τετοια, το σκυλι κανει διαρροια. Εκτος απο λεχριτης, εισαι και ασχετος...  Μαζευω και αυτα, λοιπον. Αλλες φορες, τις περισσοτερες, τα παταω. Βλεπεις, κοιταζω παντα με προσοχη. Περπατω μεσα στο γρασιδι κανοντας scan για να αποφυγω τα περιτωματα. Πολλες φορες ομως, αυτη η τεχνικη δεν ειναι αρκετη. Το σκατο με προλαβαινει. Για τον απλουστατο λογο, οτι το σκατο ειναι πολυ. Δηλαδη, οι περισσοτεροι, δηλαδη σχεδον ολοι, δεν μαζεουν τα σκατα των σκυλων τους. Οχι, δεν θα σας κανω την χαρη να πω "περιτωματα", το ειπα μια, αρκει...αλλωστε εσεις νεοελληνες με κανετε να λεω "σκατα". Σε μια κοινωνια, που κανεις δεν μαζευει τις κουραδες των σκυλων τους ειναι απολυτη υποκρισια να μιλαμε για "περιτωματα". Κουραδες και σκατα, λοιπον.

Γυριζω σπιτι. 

Πλενω τα ποδια της τιτης. Και η τιτη εχει πατησει σκατα, καποιου αλλου σκυλιου φυσικα. Η τιτη δεν παταει ποτε τα δικα της. Ουτε κανενα αλλο σκυλι της τιτης, μιας και εμεις, οπως ειπαμε, τα μαζευουμε. 

Μετα πλενω το ενα μπιρκενστοκ. Μιση κουραδα πατημενη. "Φτου σου ρε γαμωτη", λεω. "μα δεν το ειδα το σκατο?". Το πλενω μεσα στη μπανιερα. Πλενοντας το μπιρκενστοκ, κολλαει το σκατο στο χερι μου. Μου ρχετε εμετος. Τα καταφερνω και δεν ξερναω μεσα στη μπανιερα, αλλα και πουθενα αλλου. Χαιρομαι, στιγμιαια. Με το -ολο- κατορθωμα μου...Πλενω αμεσως και την μπανιερα καθεαυτη.  αργω. στραβωνω. βριζω. "αρχισε ο αγωνας και σημερα" φωναζω. Στον εαυτο μου. "Μαλακες" λεω, "βρωμιαρηδες"...

Οπως καταλαβατε, καθε μερα, κανω μια ευχη. Την ιδια. Και μοναδικη. Να προλαβω να ζησω σε μια ομορφη αθηνα. σε μια ελληνικη κοινωνια. "Τι ειναι κοινωνια, μαμα?" 

Την φανταζομαι κοκετα, και λιωνω... εσεις μπορει να γελατε. Ισως και να ειμαι υπεραισιοδοξη.

"There is no alternative", ομως. δεν μου εχει απομεινει κατι αλλο, περαν τουτης της ευχης. Και του να μαζευω τα σκατα, στωικα. 

Ευχαριστω

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

EKEI- που θα ηθελα να ζω 15.09.08

Πόσο μαράζωσα σήμερα που πήγα σε αυτή τη θάλασσα. εκεί στη στροφή, στα Λιμανάκια, ναι, εκεί που γίνονται οι "κόντρες¨...ναι, εκεί...

Το λοιπόν...

Εκεί έχει μια καντίνα και καλά "ωραία φάση", μια παράγκα, με μουσικές, μπύρες, δύτες, ζευγάρια, μπακουροπαρέες, κάτι τύπους με ωραία κορμιά, τα αυτοκίνητα να τρέχουν απο πάνω, ένα ψάρι να κολυμπά κοντά στα βράχια, έναν αναπτήρα να επιπλέει, πρός στιγμήν νομίζαμε πως είναι ταμπόν γιατί ο αναπτήρας είχε χρώμα κόκκινο, ένα φουσκωτό έφυγε, ένα άλλο ήρθε, λίγο περισσότερο βενζίνη στα νερά, διεθνείς λουόμενους, άκουσα πέρσικα μεταξύ άλλων, "ενδιαφέρον" σκέφτηκα...

Κοίτα3α δε3ιά, αριστερά, ψάχναμε ένα μέρος να αράξουμε τα πόδια μας, τα παρεό μας, ψάχναμε τον ήλιο...πού θα μας μαυρίσει καλύτερα....περπατήσαμε στα βράχια, ανάμεσα στα πλήθη που τόσο νωχελικά σαν χταπόδια χτυπημένα, ρέμβαζαν προς έναν αδιόρατο ορίζοντα. Είχε και υγρασία, βλέπεις...

Κινήσαμε προς το σημείο που σταμπάραμε για καλύτερο και με ένα πρόχειρο σκανάρισμα μα καθόλου υπερβολικό καταγράψαμε, άθελα μας, μιας και αλλιώς δεν γινόταν τα εξής απολεσθέντα προσωπικά αντικείμενα. 2.048 γόπες τσιγάρων τελευταίας κοπής, 4.789 γόπες τσιγάρων σε αρχική αποσύνθεση -μιας και το καταραμένο πέρνει 400 χρόνια για να φαγωθεί απο τη μάνα γή, πόσο μάλλον να χωνευθεί- μπουκάλια πλαστικά, μεγάλα και μικρά τον αριθμό 890, όλων των γνωστών βιομηχανιών παραγωγής και εκμετάλλευσης νερού, παλιά, καινούργια, άδεια, μισογέματα, γεμάτα, ένα που μαζέψαμε μύριζε σκατά, γιατί μεταξύ άλλων ύπηρχαν και κωλόχαρτα πεταμένα...ποτήρια πλαστικά με φραπέδες, χωμένα στις χαραμάδες της πέτρας, ένα πανί, χαρτιά, χαρτάκια, ετικέτες, κάτι αμίτες, πλαστικά μπουκαλάκια κοκακόλας, κουτάκι προφυλακτικών, πακέτα άδεια τσιγάρων όλων των ειδών, σακουλάκια έβερεστ, γρηγόρης, κάτι άλλα άσχετα φαγάδικα, κάτι άλλα άσχετα σκουπίδια που πλέον δεν καταλαβαίνεις τι είναι γιατί δεν αντέχεις άλλο αυτό που βλέπεις, κρύος ιδρώτας σε λούζει γιατί θες να σηκωθείς και να αρχίσεις να κλαίς γοερά και να βρίσεις, να ρίξεις μερικά χαστούκια...πράγμα που σε κάνει κάπως να ντρέπεσαι για το οτι νιώθεις οπως νιώθεις...

'Εχω αρχίσει να παθαίνω ναυτία, βρωμάει..."μάλλον έχω τριπάρει" λέω στον εαυτό μου, "μήπως τόσα χρόνια -γιατί αυτά τα σκουπίδια τα θυμάμαι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έτη 34 δηλαδή- έχω κάτι? είμαι μήπως περίεργη ή ακόμα και άρρωστη"?

'Εξαφνα, ΣΟΚΑΡΟΜΑΙ, είναι το τελειωτικό μου, όταν διαπιστώνω, σαν αποκάλυψη, οτι μέσα στην χωματέρη, αμέριμνοι και μάλλον τυφλοί, καθώς και εκούσια αποσυντονίσμενοι με αυτό που ονομάζετε ζωή, κάθονται οι άπαντες, και απολαμβάνουν την εκπληκτικά "πανέμορφη" Κυριακή, μέσα στους τόνους της δικής τους σκουπιδαρίας που κανένας δεν τους εξανάγκασε να ζούν.

Ως δια μαγείας, οι άπαντες αποκτούν όραση, όταν αποσβολλωμένοι παρακολουθούν τον Με3ικάνο φίλο μου και εμένα, να μαζεύουμε με λύσσα ό,τι χωράει μέσα σε τρείς σακούλες του μανάβικου...

Λυπήθηκα που φεύγοντας δεν έφτυσα πίσω μου.

'Ελληνα σε μισώ πια, και δεν ντρέπομαι να στο πώ.

Υ.Γ. Συγχωρέστε με για τυχόν λάθη. Είναι απο την ταραχή.