Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ενας Μεγαλος Κοσμος_ ΣτΕρΕοΝοΒα

Ήταν μια νύχτα παράξενη στο μικρό υπόγειο
ένα τρένο στο βορρά, ένα τρένο στο νότο
ο φίλος μου σκεφτόταν το ρητό
πως ο σκύλος είναι ο μόνος φίλος τού ανθρώπου
κοιτάξαμε δεξιά και μετά αριστερά
κι είδαμε κάποιον να κοιμάται στα σκαλιά
ήταν ο ίδιος που μετά μας ζητούσε χρήματα
και χαμογελούσε χαμένος στα μισά του τίποτα
πώς μια ζωή μπορεί να χαθεί ξαφνικά
όταν ο ήλιος χαράξει, έρχεται η σκοτεινιά
κι είναι μόνο τότε που μια γύφτισσα μπορεί
να διαβάσει το χέρι σου και μετά να χαθεί
σ' εκείνα τα σπίτια που κυλάνε με τροχούς
εδώ κι εκεί, σ' ένα κόσμο από ελεεινούς

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
και κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Ο φίλος μου κι εγώ διασχίζαμε προάστια
η διαδρομή μεγάλωνε, το μυαλό μου καιγότανε
σε μια στάση κάποιος μπήκε και ζητούσε χρήματα
έξω απ' το παράθυρο το φεγγάρι κρεμόταν στα σύρματα
καθενός το στόμα πάντα ψάχνει για τις λέξεις
κι εσύ σκέφτεσαι από μέσα σου πως θέλεις να τρέξεις
σαν εκείνο το κογιότ που πιτσιρίκι έβλεπες
σε κανένα δεν είπες πως την αγάπησες
όπως κανένα δεν ενδιέφερε πώς εσύ μεγάλωσες
πώς πριν από μια προσευχή με το θεό μάλωσες
κι αν δεν είχες ένα φίλο, τότε θα είχες ένα σκύλο
ή ένα τοίχο να μιλάς, ή του δρόμου το στύλο
και κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία ενός ανθρώπου
που ζητούσε αγάπη στο τέλος του δρόμου
και κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

Έλεος είναι κάτι που κανείς δεν το θέλει
μέχρι που φτάνεις στο σημείο να βγάζεις το χέρι
κάπως έτσι περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο
γελώντας ή κλαίγοντας σ' ένα κόσμο μεγάλο

ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ

<3

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

EKEI- που θα ηθελα να ζω 15.09.08

Πόσο μαράζωσα σήμερα που πήγα σε αυτή τη θάλασσα. εκεί στη στροφή, στα Λιμανάκια, ναι, εκεί που γίνονται οι "κόντρες¨...ναι, εκεί...

Το λοιπόν...

Εκεί έχει μια καντίνα και καλά "ωραία φάση", μια παράγκα, με μουσικές, μπύρες, δύτες, ζευγάρια, μπακουροπαρέες, κάτι τύπους με ωραία κορμιά, τα αυτοκίνητα να τρέχουν απο πάνω, ένα ψάρι να κολυμπά κοντά στα βράχια, έναν αναπτήρα να επιπλέει, πρός στιγμήν νομίζαμε πως είναι ταμπόν γιατί ο αναπτήρας είχε χρώμα κόκκινο, ένα φουσκωτό έφυγε, ένα άλλο ήρθε, λίγο περισσότερο βενζίνη στα νερά, διεθνείς λουόμενους, άκουσα πέρσικα μεταξύ άλλων, "ενδιαφέρον" σκέφτηκα...

Κοίτα3α δε3ιά, αριστερά, ψάχναμε ένα μέρος να αράξουμε τα πόδια μας, τα παρεό μας, ψάχναμε τον ήλιο...πού θα μας μαυρίσει καλύτερα....περπατήσαμε στα βράχια, ανάμεσα στα πλήθη που τόσο νωχελικά σαν χταπόδια χτυπημένα, ρέμβαζαν προς έναν αδιόρατο ορίζοντα. Είχε και υγρασία, βλέπεις...

Κινήσαμε προς το σημείο που σταμπάραμε για καλύτερο και με ένα πρόχειρο σκανάρισμα μα καθόλου υπερβολικό καταγράψαμε, άθελα μας, μιας και αλλιώς δεν γινόταν τα εξής απολεσθέντα προσωπικά αντικείμενα. 2.048 γόπες τσιγάρων τελευταίας κοπής, 4.789 γόπες τσιγάρων σε αρχική αποσύνθεση -μιας και το καταραμένο πέρνει 400 χρόνια για να φαγωθεί απο τη μάνα γή, πόσο μάλλον να χωνευθεί- μπουκάλια πλαστικά, μεγάλα και μικρά τον αριθμό 890, όλων των γνωστών βιομηχανιών παραγωγής και εκμετάλλευσης νερού, παλιά, καινούργια, άδεια, μισογέματα, γεμάτα, ένα που μαζέψαμε μύριζε σκατά, γιατί μεταξύ άλλων ύπηρχαν και κωλόχαρτα πεταμένα...ποτήρια πλαστικά με φραπέδες, χωμένα στις χαραμάδες της πέτρας, ένα πανί, χαρτιά, χαρτάκια, ετικέτες, κάτι αμίτες, πλαστικά μπουκαλάκια κοκακόλας, κουτάκι προφυλακτικών, πακέτα άδεια τσιγάρων όλων των ειδών, σακουλάκια έβερεστ, γρηγόρης, κάτι άλλα άσχετα φαγάδικα, κάτι άλλα άσχετα σκουπίδια που πλέον δεν καταλαβαίνεις τι είναι γιατί δεν αντέχεις άλλο αυτό που βλέπεις, κρύος ιδρώτας σε λούζει γιατί θες να σηκωθείς και να αρχίσεις να κλαίς γοερά και να βρίσεις, να ρίξεις μερικά χαστούκια...πράγμα που σε κάνει κάπως να ντρέπεσαι για το οτι νιώθεις οπως νιώθεις...

'Εχω αρχίσει να παθαίνω ναυτία, βρωμάει..."μάλλον έχω τριπάρει" λέω στον εαυτό μου, "μήπως τόσα χρόνια -γιατί αυτά τα σκουπίδια τα θυμάμαι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έτη 34 δηλαδή- έχω κάτι? είμαι μήπως περίεργη ή ακόμα και άρρωστη"?

'Εξαφνα, ΣΟΚΑΡΟΜΑΙ, είναι το τελειωτικό μου, όταν διαπιστώνω, σαν αποκάλυψη, οτι μέσα στην χωματέρη, αμέριμνοι και μάλλον τυφλοί, καθώς και εκούσια αποσυντονίσμενοι με αυτό που ονομάζετε ζωή, κάθονται οι άπαντες, και απολαμβάνουν την εκπληκτικά "πανέμορφη" Κυριακή, μέσα στους τόνους της δικής τους σκουπιδαρίας που κανένας δεν τους εξανάγκασε να ζούν.

Ως δια μαγείας, οι άπαντες αποκτούν όραση, όταν αποσβολλωμένοι παρακολουθούν τον Με3ικάνο φίλο μου και εμένα, να μαζεύουμε με λύσσα ό,τι χωράει μέσα σε τρείς σακούλες του μανάβικου...

Λυπήθηκα που φεύγοντας δεν έφτυσα πίσω μου.

'Ελληνα σε μισώ πια, και δεν ντρέπομαι να στο πώ.

Υ.Γ. Συγχωρέστε με για τυχόν λάθη. Είναι απο την ταραχή.